Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018:

Πώς να μην είσαι ισχυρός όταν το είναι σου είναι ισχύς; Χρειάζεται πράγματι να καταβάλεις μεγάλη προσπάθεια για να μειώνεις τον εαυτό σου. Όμως, αντί να προσπαθείς να σε κάνεις κάτι που δεν είσαι, θα μπορούσες να σηκώσεις ψηλά τα μάτια, να κοιτάξεις  το φως, και να βροντοφωνάξεις: είμαι πνεύμα, είμαι ψυχή, είμαι απεριόριστος. Και μέσα σε μία στιγμή, άγγελοι θα σε περιέβαλαν τραγουδώντας, οι ουρανοί θα άνοιγαν, και η αλήθεια λαμπρή θα έλαμπε μέσα σε κάθε κύτταρο σου. Το μεγαλείο σου θα ζωντάνευε, η ισχύς σου θα επανερχόταν σφοδρή, και εσύ θα ξεκίναγες μία νέα ζωή, σε μία νέα στιγμή. Αμήν.

Τα Χριστού-γεννα της Καρδιάς

                                    Δημοσίευση 16 Δεκεμβρίου 2017

Το μικρό αγόρι ζούσε στον μεγάλο απέραντο πανέμορφο κήπο, μιλώντας με τα δένδρα, τα πουλιά, τα ζώα, τα φυτά, το χώμα και τον αέρα. Η επικοινωνία ήταν ζωντανή και όλα ήταν ένας απέραντος ζωντανός επικοινωνών κόσμος.

Κάποια στιγμή το αγόρι σκέφτηκε: θα μπορούσα να είμαι κάτι άλλο; Και έκλεισε τα μάτια του για μία στιγμή μόνο να το σκεφτεί. Με κλειστά μάτια ανάπλασε με τον νου του  τον κόσμο που γνώριζε προσποιούμενος ότι ήταν ο ίδιος «κάτι άλλο»  – άρχιζε να φαντάζεται ότι όλα τα του κόσμου του είναι «κάτι άλλο».

Σαν «κάτι άλλο» κοίταξε τα δένδρα και σκέφτηκε: «τι είστε εσείς; Σε τι χρησιμεύετε; Τι να σας κάνω;» Κοίταζε τα πουλιά σαν ο ίδιος να είναι κάτι άλλο από αυτά και πάλι αναρωτήθηκε «και εσείς αλήθεια σε τι χρησιμεύετε;»

Αναρωτήθηκε τα λουλούδια σε τι χρησιμεύουν σαν να μην γνώριζε. Σαν «κάτι άλλο» αναρωτήθηκε τα ζώα τι είναι και σε τι χρησιμεύουν. Και συνέχισε να προσποιείται ότι δεν τα γνώριζε, ρωτώντας το καθένα «τι είναι αυτό». Απορροφήθηκε τόσο στις ερωτήσεις του που ξέχασε ότι είχε κλείσει τα μάτια του, και άρχισε να ζει το όνειρο των σκέψεών του σαν αληθινό.

Κάθε τι ήταν «άλλο» από εκείνον, κάθε τι ήταν «άγνωστο» και όσο περισσότερο ρώταγε τα πλάσματα, τόσο περισσότερο πίστευε ότι δεν ήξερε κανένα τους, ότι ήταν όλα άγνωστα και «άλλα από αυτόν».

Μετά σκέφτηκε να περπατήσει, να διαβεί, να ανακαλύψει αυτόν τον κόσμο που έβλεπε. Με την φαντασία του είδε τον εαυτό του να εξερευνά αυτόν τον κόσμο, ρωτώντας «τι είναι αυτό; Τι είναι εκείνο;»

Ο κόσμος άρχισε να ζωντανεύει μέσα στο νου του και ν’ αποκτά ζωή. Και όσο περπάταγε και κοίταγε και ρώταγε, αναρωτήθηκε «Μόνο εγώ είμαι εδώ και αυτά; Δεν έχει κατοίκους αυτός ο κόσμος;»

Στην επόμενη στροφή διαπίστωσε ότι δεν ήταν μόνο εκείνος. Ένα άλλο αγοράκι σεργιάνιζε στον χωματόδρομο. Και εκείνο επίσης εξερευνούσε… Αποφάσισαν να εξερευνήσουν μαζί. Το αγοράκι ήταν ίδιας ηλικίας και μπορούσαν να συνεννοηθούν μία χαρά.

Στον δρόμο τους συνάντησαν και άλλα αγοράκια, και καθώς αναρωτιόνταν και αντάλλασσαν απόψεις για κάθε τι που έβλεπαν, η εξερεύνηση έγινε τρόπος ζωής. Καιρός πέρασε, τα αγόρια μεγάλωναν και συναντούσαν και άλλους, και άλλους, όλο και νεώτερους, και τους περιέγραφαν τι είχαν βρει, τι είχαν δει, τι είχαν ανακαλύψει.

Η παρέα όλο και μεγάλωνε μέχρι που δεν μπορούσαν πια να μετακινούνται όλοι μαζί. Έτσι αποφάσισαν ότι θα έπαιρναν ξεχωριστούς δρόμους ώστε ν’ ανακαλύψουν περισσότερα. Μοιράστηκαν σε 12 ομάδες και καθεμιά πήρε άλλη πορεία, ώστε να καλύψουν όλες τις κατευθύνσεις και όλο το φάσμα του κόσμου που γνώριζαν.

Ανακάλυψαν πόλεις, κτίρια, δρόμους. Ανακάλυψαν καλλιτέχνες και επιστήμονες, οχήματα και πετούμενα οχήματα. Και όσο εξερευνούσαν, όλο και νέους κόσμους ανακάλυπταν γιατί ήταν πια εξερευνητές. Η εξερεύνηση φαινόταν ανεξάντλητη και όλο και καινούργια πράγματα, καταστάσεις, άτομα, ανακάλυπταν. Καθένας τους είχε μεγαλώσει και λόγω της μεγάλης ποικιλίας των ανακαλύψεων, καθένας είχε πια τις δικές του προτιμήσεις  μ’ αυτές τις ανακαλύψεις καθώς και εκείνες που δεν τον έλκυαν.

Έτσι, οι απόψεις, οι προτιμήσεις και τα γούστα τους διαφοροποιήθηκαν μέχρι που με τον καιρό, καθένας στις 12 ομάδες ένιωθε ότι μπορεί να τα καταφέρει και μόνος του. Δεν υπήρχε πια τόσος φόβος, που να χρειάζεται να ταξιδεύουν μαζί. Έτσι, καθένας πήρε τον δικό του δρόμο, και καθένας ήταν πια ελεύθερος να εξερευνήσει αυτόνομα ό,τι  εκείνος ήθελε. Και αυτό έκαναν.

Η αδρεναλίνη τους χτύπαγε κόκκινο κάθε φορά που καθένας, μόνος του πια, τα κατάφερνε. Όμως, υπήρχαν στιγμές μέσα σ’ όλη αυτή την προσπάθεια καθένας τους να τα καταφέρει,  που μία κούραση απλωνόταν μέσα σε καθένα.

Ήταν φυσικό όμως. Όλη αυτή η προσπάθεια, όλος ο κόπος, να φέρνει σε καθένα κόπωση. Το ταξίδι έπρεπε να συνεχιστεί. Τι άλλο θα έκαναν αν σταματούσαν;

Όμως ξεχαστήκαμε….

Ας πάμε πίσω εκεί που το όνειρο του κόσμου ξεκίνησε. Εκεί, πίσω, στον κόσμο του αγοριού, όλα ήταν ακόμα ίδια. Εκείνο είχε κλείσει τα μάτια του επειδή σκεφτόταν εκείνη την πρώτη τρελή ιδέα… Τίποτα δεν είχε αλλάξει, απλά το αγόρι είχε κλείσει για μία στιγμή τα μάτια του.

Όλος ο κόσμος γύρω του συνέχιζε να επικοινωνεί μαζί του. Τα δένδρα, τα λουλούδια, ο αέρας, το χώμα, τα πουλιά. Απλά εκείνος δεν τα άκουγε και δεν τα έβλεπε γιατί σκεφτόταν την ιδέα… Ονειρευόταν τόσο ζωντανά αυτή την ιδέα, που αλήθεια πίστευε το όνειρό του. Εξ άλλου  τώρα αυτό είχε γίνει για εκείνο πραγματικό.

Που και που κάποιο πουλάκι καθόταν στον ώμο του, μήπως ανοίξει τα μάτια του, αλλά το αγόρι ονειρευόταν τόσο ζωντανά που το σκίρτημα στον ώμο του το πέρναγε για κάτι απροσδιόριστο μέσα στο όνειρό του, που κάπως τον ενοχλούσε. Άλλες φορές μία πεταλούδα καθόταν στο μάγουλό του, και στο όνειρο το αγόρι έξυνε το μάγουλο, νομίζοντας ότι χωρίς λόγο, απλά, αναίτια, το είχε πιάσει φαγούρα στο μάγουλο. Άλλες φορές ένα ζωάκι ξάπλωνε δίπλα στα πόδια του, για να τα ζεστάνει αφού το αγόρι είχε μείνει ακίνητο. Και τότε το αγόρι ένιωθε το άγγιγμα στα πόδια του στο όνειρο και αναρωτιόταν από τι προέρχεται.

Ήταν τόση η ένταση, η δράση, η αδρεναλίνη στο όνειρο που φαινόταν να μην μπορεί τίποτα να το ξυπνήσει. Όμως και τα πουλιά, και τα ζώα και τα δένδρα και τα λουλούδια και το χώμα και οι πέτρες συνέχιζαν να του μιλούν, εκεί στον κόσμο του, αφού εκεί αλήθεια ήταν.

Και ήταν σ’ όλο τον κόσμο του γνωστό ότι κάποια στιγμή θα ξύπναγε, ότι κάποια στιγμή θα βαριόταν το ίδιο το όνειρο, και απαλά θ’ άνοιγε τα μάτια του και θα έβλεπε ότι ήταν όλα ίδια, ότι ήταν εκεί, μέσα στον πραγματικό του κόσμο, ζωντανά ένα με τα πάντα, μέσα σε τέλεια επικοινωνία και αγάπη.

Και πράγματι, όταν το αγόρι βαρέθηκε την ένταση, την δράση, και τα βάσανα που αυτές φέρνουν, μ’ ένα φτερούγισμα ενός πουλιού που απλά πέταξε δίπλα του, ξύπνησε και άνοιξε τα μάτια του. Και όλη η ομορφιά της πλήρους επικοινωνίας με τα πάντα ήταν εκεί. Όλη η ειρήνη της αγάπης έρρεε χωρίς τέλος και αρχή. Όλα ήταν τέλεια και ειρηνικά αγαπημένα, υγιή και εξαίσια, όπως ακριβώς τα θυμόταν…

Και έζησε το αγόρι καλά και όλο το βασίλειό του καλύτερα.

 

©Χαριτίνη Χριστάκου

19 Ιανουαρίου 2017